περιττολογήσω


περιττολογήσω
περισσολογήσω , περισσολογέω
speak superfluously
aor subj act 1st sg
περισσολογήσω , περισσολογέω
speak superfluously
fut ind act 1st sg
περισσολογήσω , περισσολογέω
speak superfluously
aor ind mid 2nd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.